ΑΛΑΤΑ ΜΠΑΝΙΟΥ: ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Τα ναρκωτικά που γνωρίζουμε σήμερα ως Άλατα Μπάνιου συντέθηκαν (παρασκευάστηκαν τεχνητά) για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1928 και το 1929. Αρχικά έγινε έρευνα για μερικά απ’ αυτά για πιθανή ιατρική χρήση, αλλά τα περισσότερα από τα φάρμακα που δημιουργήθηκαν ήταν ανεπιτυχή λόγω των σοβαρών παρενεργειών, μεταξύ των οποίων ήταν και η εξάρτηση. Η κατάχρηση αυτών των ναρκωτικών ξεκίνησε στην πρώην Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του ’30 και αυτής του ’40, όπου χρησιμοποιούνταν ως αντικαταθλιπτικά. Έγιναν πιο δημοφιλή στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του ’90 με τις ονομασίες «Κατ» και «Τζεφ».

Μεταξύ του 2004 και του 2008, αυτά τα ναρκωτικά χρησιμοποιούνταν στο Ισραήλ, έως ότου το βασικό συστατικό κηρύχθηκε παράνομο. Μέχρι το 2007, είχαν γίνει ακόμη πιο δημοφιλή μεταξύ των χρηστών ναρκωτικών, εξαιτίας της εμφάνισής τους στα διαδικτυακά φόρουμ σχετικά με τα ναρκωτικά.

Η ανάλυση που έγινε το 2009 στα χάπια «Έκσταση» στην Ολλανδία, έδειξε ότι περισσότερα από τα μισά χάπια δεν περιείχαν την κύρια ναρκωτική ουσία που σχετίζεται με το Έκσταση· αντ’ αυτής, περιείχαν ναρκωτικές ουσίες που βρίσκονται στα Άλατα Μπάνιου.10

Το 2012, δύο από τις κύριες ναρκωτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στα Άλατα Μπάνιου κηρύχθηκαν παράνομες στις ΗΠΑ.11 Ωστόσο, οι χημικοί που ασχολούνται με τις παράνομες αυτές ουσίες δημιούργησαν στη συνέχεια νέες ποικιλίες με ελαφρά διαφορετικές χημικές ενώσεις και άρχισαν να τα διαφημίζουν απροκάλυπτα ως Άλατα Μπάνιου ή τους άλλαξαν τη συσκευασία και τα ονόμασαν «Καθαριστικό Γυαλιών» ή χρησιμοποίησαν κάποια άλλη ονομασία.